Σαν σήμερα, 16 Μαϊου του 2004, η Ελλάδα έφτασε στην κορυφή του κόσμου

Σαν σήμερα16 Μαϊου του 2004, η Ελλάδα έφτασε στην κορυφή του κόσμου, στο Έβερεστ!

Η ομάδα αποτελούνταν από τον Παναγιώτη Κοτρωνάρο, τον Γιώργο Βουτυρόπουλο, τον Μιχάλη Στύλλα, τον Σπύρο  Σούλη, τον Αντώνη Αντωνόπουλο τον Παύλο Τσιαντό, ο οποίος κινηματογράφησε την αποστολή.

Παρακάτω αναδημοσιεύουμε τη συνέντευξη του Γιώργου Βουτυρόπουλου στο περιοδικό Andro. 

Η ιδέα να ανέβει μια αμιγώς ελληνική αποστολή στο Έβερεστ είχε ξεκινήσει από το 1995. Η Ομοσπονδία Ορειβασίας είχε επιλέξει μια ομάδα, έγινε προετοιμασία και μια προαποστολή. Tελικά δεν πήγαμε ποτέ στο Έβερεστ, όμως το όνειρο αυτό δέσμευσε τη γενιά μου. Αναζητούσαμε ευκαιρία να το επιχειρήσουμε. Με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 βρέθηκε χρηματοδότης, ο Ελληνοκαναδός Παύλος Αγγελάτος, ο οποίος οραματίστηκε αυτό που επρόκειτο να γίνει ιστορία και ρεκόρ: η ελληνική αποστολή «Hellas Everest 2004», που θα κατακτούσε το Έβερεστ.
Τον Οκτώβριο του 2003 έγινε η πρώτη προαποστολή σε μια 8αρα κορυφή κοντά στο Θιβέτ. Ένα εύκολο βουνό, χωρίς δυσκολίες. Δυστυχώς όμως εκεί ήταν γραφτό να χάσουμε τον αρχηγό της τότε αποστολής, Χρήστο Μπαρούχα. Άδικα, αναπάντεχα. Ακολούθησε μια περίοδος αβεβαιότητας. Τελικά, αποφασίστηκε να δημιουργηθούν δυο ελληνικές ομάδες, που θα συναντιόμασταν στο Έβερεστ: εμείς ξεκινήσαμε από τη νότια πλευρά, από το Νεπάλ, και η άλλη ομάδα από τη βόρεια πλευρά, από την Κίνα. Μέσα Μαρτίου ξεκινήσαμε έξι Έλληνες ορειβάτες για το μεγάλο ταξίδι, το μεγάλο trip: ο αρχηγός Παναγιώτης Κοτρωνάρος, ο Μιχάλης Στύλλας, ο Αντώνης Αντωνόπουλος, ο Σπύρος Σούλης, ο Παύλος Τσιαντός, ο οποίος κινηματογράφησε την αποστολή, κι εγώ.

 

Το πιο δύσκολο και επικίνδυνο κομμάτι της νότιας διαδρομής για την κορυφή του Έβερεστ είναι το ξεπέρασμα των όγκων πάγου του Khumbu icefall (Φωτογραφία: Παύλος Τσιαντός)

Οι επιστήμονες δεν έχουν δώσει σαφή ορισμό του καλού εγκλιματισμού. Η διαδικασία προσέγγισης σε τέτοια υψόμετρα είναι αργή. Αν βρεθείς ξαφνικά στην κορυφή του Έβερεστ –πχ με ελικόπτερο– σε λίγα λεπτά θα έχεις πεθάνει. Το μεγάλο πλεονέκτημα του ανθρώπινου οργανισμού είναι ότι μπορεί να προσαρμόζεται σε συνθήκες πίεσης ή έλλειψης οξυγόνου. Δεν εξαρτάται από την φυσική κατάσταση ή την ηλικία. Είναι να σου ταιριάξει.
Προσωπικά, μπορώ να πω ότι εγκλιματίστηκα δύσκολα. Παιδεύτηκα, αλλά έπειτα από δυο εβδομάδες, επιμένοντας, βρήκα τον ρυθμό. Η διαδικασία είναι η εξής: σταδιακή ανάβαση, διανυκτέρευση στην κατασκήνωση 3 στα 7.300 μέτρα, κατάβαση στα 3.500 για ξεκούραση, ανάβαση ξανά. Ανεβαίναμε σιγά σιγά, κατεβαίναμε και ξανανεβαίναμε επί ένα μήνα. Αυτή ήταν η καθημερινότητά μας. Μέχρι να ανοίξει ο καιρός, για να προχωρήσουμε προς την κορυφή.
 

Το Νότιο Διάσελο στα 7.900μ.: η πιο ψηλή κατασκήνωση του κόσμου. Οι θυελλώδεις άνεμοι καθαρίζουν το χιόνι. (Φωτογραφία: Παύλος Τσιαντός)

Στο Έβερεστ μπορείς να ανέβεις τον Μάιο ή τον Οκτώβριο. Εκείνη τη χρονιά ήμασταν διάφορες αποστολές, συνολικά 600 άτομα. Δουλέψαμε όλοι μαζί, συνεργαστήκαμε για τον εξοπλισμό της διαδρομής, για να βάλουμε το σταθερό σκοινί ασφαλείας, αυτό που τη δύσκολη στιγμή θα σε κρατήσει. Η κάθε αποστολή αναλαμβάνει να τοποθετήσει σκοινί σ’ ένα κομμάτι της διαδρομής.

Η κορυφή του Έβερεστ βάλλεται από τροπικό αεροχείμαρρο. Στα μέσα Μαΐου αλλάζει η φορά του και τότε ανοίγει το παράθυρο, όπως λέμε, για να ανέβεις στην κορυφή. Μετά, έρχονται οι μουσώνες και τότε το ’χασες το παιχνίδι. Έχοντας τα μετεωρολογικά δεδομένα, τα οποία ήταν ήδη εξελιγμένα, ξέραμε ποια μέρα θα ήταν ο καλύτερος καιρός: η 16η Μαΐου 2004. Θα έπρεπε, λοιπόν, την προηγουμένη να είμαστε στην τελευταία βάση: την κατασκήνωση 4, στο Νότιο Διάσελο, σε υψόμετρο 7.950 μέτρων.

Ξεκινήσαμε για το τελευταίο κομμάτι της ανάβασης στις 21:00 της 15ης Μαΐου. Αυτά τα 800 περίπου μέτρα θα τα διένυα σε εννέα ολόκληρες ώρες. Χωρίς φεγγάρι, με ένα φακό να φωτίζει 30 μέτρα μπροστά. Ο σέρπα κι εγώ. Είχα καταφέρει να βγω μπροστά. Οι υπόλοιποι Έλληνες αναρριχητές ακολουθούσαν πίσω. Κοιτάζοντας προς τον Ινδικό Ωκεανό, έβλεπα αστραπές να φωτίζουν, σαν ψευδαίσθηση, τον ουρανό. Οι μουσώνες είχαν ήδη ξεκινήσει. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

 

Οι Σέρπας προσφέρουν μεγάλη βοήθεια στη διάρκεια της ανάβασης. (Φωτογραφία: Παύλος Τσιαντός)

Οι πρώτες δυο ώρες ήταν δύσκολες. Έτσι συμβαίνει. Μετά μπαίνεις σε ρυθμό, τον προσαρμόζεις στην κατάσταση που βρίσκεσαι. Δεν μπορείς να υπερβάλλεις. Παπούτσια για τον πάγο, χοντρά γάντια, φόρμα, φακός, αξίνα, μπουκάλες οξυγόνου που ζυγίζουν επτά κιλά. Δεν θέλαμε να ρισκάρουμε χωρίς οξυγόνο. Σε αυτές τις συνθήκες, εκεί ψηλά, πρέπει να είσαι απόλυτα προσηλωμένος σε αυτό που κάνεις. Κάθε κίνηση μπορεί να σου κοστίσει.
Στη διάρκεια της τελικής ανάβασης, ξεκουραστήκαμε μόνο μισή ώρα. Σε απορροφά η δράση, το επόμενο βήμα, το επόμενο κομμάτι. Εκεί ήρθε το φως. Ήταν τόσο εντυπωσιακό: βλέπαμε από τη μια πλευρά την Ινδία και από την άλλη το Θιβέτ. Το μέτωπο του ήλιου κατάπινε το σκοτάδι. Βλέποντας ότι φτάνω στο στόχο ένιωσα ανακούφιση, δέος. Και μαζί συγκίνηση, διότι πρόσφατα είχα χάσει και τους δυο μου γονείς που, παρότι ήξεραν πως αυτό που έκανα ήταν επικίνδυνο, με στήριζαν πολύ. Κάθησα στην κορυφή γύρω στα 20 λεπτά. Ήταν πανέμορφα στο υπόφως του πρωινού. Έβλεπα όπου έφτανε το μάτι μου. Ύψωσα την ελληνική σημαία, φωτογραφήθηκα με αυτήν, άφησα μια φωτογραφία του Χρήστου Μπαρούχα, που θα ’θελα να ήταν μαζί μας, και μετά άρχισα να κατεβαίνω. Οι υπόλοιποι πέντε της ομάδας έφτασαν περίπου δυο ώρες μετά –τους συνάντησα κατεβαίνοντας. Η βόρεια αποστολή έφτασε δυο μέρες μετά.

 

Ξημερώματα 16ης Μαΐου λίγο πριν την κορυφή (Φωτογραφία: Παύλος Τσιαντός)

Το κατέβασμα είναι η πραγματική πρόκληση. Εκεί συμβαίνουν τα περισσότερα ατυχήματα. Έχεις χαλαρώσει και την πατάς. Εγώ μπορώ να πω ότι κατέβηκα άνετα, ο καιρός ήταν σύμμαχος, η διαδρομή καλά εξοπλισμένη. Θα ήταν αλλιώς αν δεν υπήρχε σταθερό σκοινί. Και ψυχολογικά, και ουσιαστικά.

 

Η πιο δύσκολη στιγμή της αποστολής ήταν όταν μάθαμε ότι σε ένα γειτονικό βουνό σκοτώθηκε ένας φίλος. Ο Γιάνης Κινατίδης, ο οποίος ανήκε σε μια σε μια ομάδα νέων Ελλήνων αναρριχητών που επιχειρούσε να ανέβει σε γειτονικά βουνά, γλίστρησε και χάθηκε σε βάθος 800 μ. Ήταν ο κολλητός φίλος του Μιχάλη Στύλλα, με τον οποίο ανεβαίναμε μαζί. Εκείνες τις φορτισμένες συγκινησιακά στιγμές ο Μιχάλης σκέφτηκε να τα παρατήσει. Για να μην το κάνει τελικά έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο το δορυφορικό τηλέφωνο, το γεγονός ότι τον καλούσαν για να τον εμψυχώσουν. «Ο Γιάννης θα ήθελε να συνεχίσεις», του έλεγαν. Τίποτα όμως δεν ήταν το ίδιο…

Δεν θεωρώ την ανάβαση στο Έβερεστ την πιο σημαντική στιγμή της ζωής μου. Για έναν πραγματικό αλπινιστή είναι ένας δρόμος που έχουν ακολουθήσει εκατοντάδες άλλοι. Το πραγματικό νόημα του αλπινισμού είναι να ανοίγεις καινούριους δρόμους, να ανακαλύπτεις νέα μονοπάτια. Αυτό είναι που κάνω στις τελευταίες μου αποστολές: πηγαίνω σε βουνά ανεξερεύνητα και ανεβαίνω σε νέες κορυφές που δεν έχει ξαναπατήσει άνθρωπος.

«Βλέποντας ότι φτάνω στο στόχο ένιωσα δέος. Και μαζί συγκίνηση, διότι πρόσφατα είχα χάσει και τους δυο μου γονείς που, παρότι ήξεραν πως αυτό που έκανα ήταν επικίνδυνο, με στήριζαν πολύ».

Πολλοί με ρωτάνε γιατί το έκανα. Επέλεξα την ορειβασία γιατί μου αρέσει η περιπέτεια, η αίσθηση ελευθερίας, η συντροφικότητα, η επαφή με τη φύση. Σε όλους, βαθιά μέσα τους, νομίζω ότι ξυπνάει κάτι: τόσα χρόνια ο άνθρωπος ζούσε κοντά στη φύση, υπάρχει στο DNA του. 

 

 

Το IceFall όπως φαίνεται από την Κατασκήνωση Βάσης. Ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία του βουνού. Φέτος ο θάνατος 16 Σέρπας είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή των αναβάσεων. (Φωτογραφία: Παύλος Τσιαντός)

Το πιο σημαντικό για μένα είναι κάθε φορά να γυρνάς σπίτι. Ο φόβος μου ήταν μήπως πάει κάτι στραβά, μήπως δεν τα καταφέρω. Η ορειβασία όμως σε ξεγυμνώνει από φόβους, από αδυναμίες. Εκεί πάνω υπάρχει η λεγόμενη «ζώνη του θανάτου». Δεν έχεις και πολλές δυνάμεις να στηρίξεις τον ανήμπορο, με το ζόρι στέκεσαι εσύ ο ίδιος. Αν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου, δεν γίνεται να σε κατεβάσει άλλος. Ένας Αργεντινός 65άρης ανέβηκε στην κορυφή, στο κατέβασμα όμως ο οδηγός του κάποια στιγμή τον έχασε για λίγο από τα μάτια του κι αυτό ήταν…

Ήμασταν οι πρώτοι Έλληνες που ανεβήκαμε στο ψηλότερο βουνό του πλανήτη.

Το 2004 όμως ήταν μια φρενήρης χρονιά για τη χώρα μας: Ολυμπιακοί, Euro, αισιοδοξία ‒ήταν το καλοκαίρι της Ελλάδας. Ίσως αν είχαμε ανέβει μερικά χρόνια πριν, η δημοσιότητα να ήταν μεγαλύτερη. «Δεν θεωρώ την ανάβαση στο Έβερεστ την πιο σημαντική στιγμή της ζωής μου. Το πραγματικό νόημα του αλπινισμού είναι να ανοίγεις συνεχώς νέους δρόμους, να ανακαλύπτεις νέα μονοπάτια». Ένα μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας στο Έβερεστ οφείλεται στους ντόπιους συνεργάτες. Τους σέρπας, τους βαστάζους υψομέτρου που μας βοήθησαν στον εξοπλισμό της διαδρομής μέχρι τα 8.000 μέτρα. Οι ντόπιοι είναι οργανωμένοι, για αυτούς ο ορεινός τουρισμός αποτελεί βασική οικονομική δραστηριότητα. Είναι φιλόξενοι, απλοί, φιλικοί. Δεν ξέρω πόσο καλό τους έχει κάνει η επαφή με τους δυτικούς, από την άλλη όμως δεν είναι και εύκολο να ζεις στις συνθήκες που ζουν εκείνοι.

Η ορειβασία έχει κακουχίες, πρέπει να μπορείς να προσαρμόζεσαι διαρκώς σε διαφορετικές συνθήκες. Απαιτεί δύναμη, πειθαρχία, αντοχή, υπομονή, άκρα υπευθυνότητα απέναντι στην ομάδα, στη φύση και στον εαυτό σου. Πάνω από όλα όμως, έχει σημασία να σου δίνει χαρά αυτό που κάνεις. Και κάθε φορά να είσαι αισιόδοξος για ό,τι τολμάς. Ο δικός μας άθλος του 2004 έδωσε ώθηση στην ορειβασία στην Ελλάδα. Αποδείξαμε ότι η οργάνωση, η σωστή προετοιμασία και το πρόγραμμα αποδίδουν. Δυο ομάδες, μια αποστολή, μια κορυφή. Ως εκπαιδευτές πια και οδηγοί βουνού μυούμε νέους αναρριχητές. Απόδειξη ότι τώρα γίνονται τρεις διαφορετικές αποστολές Ελλήνων στα Ιμαλάια.

Η ελληνική κοινωνία, ωστόσο, δεν έχει εκτιμήσει όσο θα έπρεπε τον αλπινισμό. Μοιάζει ακόμα «ξένη» και αρκετά παράτολμη ως δραστηριότητα. Ίσως έχουμε μερίδιο ευθύνης κι εμείς, διότι δεν τον προβάλλουμε όσο σωστά θα έπρεπε. Θυμάμαι σαν τώρα την αντίδραση ενός γνωστού όταν, το 2004, του είπα ότι θα ανέβω στο Έβερεστ: «Σε είχα για σοβαρό άνθρωπο». 

 

Ξημερώματα της 16ης Μαΐου 2004 στη κορυφή των κορυφών ο Γιώργος Βουτυρόπουλος (δεξιά με τα κόκκινα) σε ένα ενσταντανέ ζωής με τον Νεπαλέζο Pema Sherpa. «Έμεινα στην κορυφή 20 λεπτά. Ήταν πανέμορφα στο υπόφως του πρωινού», θυμάται. «Ύψωσα την ελληνική σημαία, φωτογραφήθηκα με αυτήν, άφησα και μια φωτογραφία του Χρήστου Μπαρούχα, που θα ’θελα να ήταν μαζί μας…»