«Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής...» –Thoreau-

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω (12/7/1817 -6/5/ 1862) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, φυσιοδίφης, συγγραφέας και ποιητής από την Μασαχουσέτη. Είναι περισσότερο γνωστός για το βιβλίο του “Walden”, στο οποίο αναζητά την πραγματικό νόημα της ζωής επιλέγοντας να ζήσει για ένα διάστημα σε μια καλύβα στο δάσος και για το δοκίμιό του “Civil Disobedience”, ένα επιχείρημα υπέρ της ανυπακοής προς ένα άδικο κράτος.

Συνολικά, τα γραπτά του φτάνουν περίπου τους 20 τόμους. Στο πεδίο της φυσικής ιστορίας, προφήτευσε τις μεθόδους και τα ευρήματα της οικολογίας. Ωθούσε τον άνθρωπο να ανακαλύψει τις αληθινές και ουσιώδεις ανάγκες της ζωής. Σε όλη τη ζωή ήταν υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, δίνοντας διαλέξεις για το θέμα αυτό. Χαρακτηρίστηκε κάποτε ως αναρχικός, παρότι η Πολιτική Ανυπακοή του καλεί περισσότερο για τη βελτίωση και όχι για την κατάργηση του κράτους.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Henry David Thoreau "Walden | Η Ζωή στο δάσος" , εκδόσεις Κέδρος

"Όταν έγραψα τις παρακάτω σελίδες, ή μάλλον το μεγαλύτερο μέρος τους, ζούσα μόνος στο δάσος, σε απόσταση ενός μιλίου από τον πλησιέστερο γείτονά μου, σ’ ένα σπίτι που είχα χτίσει ολομόναχος στις όχθες της λίμνης Ουόλντεν, κοντά στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης, και ως μοναδικό μέσο βιοπορισμού είχα τα χέρια μου. Έζησα εκεί δύο χρόνια και δύο μήνες. Τώρα βρίσκομαι γι’ άλλη μια φορά να παρεπιδημώ στον πολιτισμό.

Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω οτιδήποτε δεν ήταν ζωή – το να ζει κανείς είναι τόσο πολύτιμο – ούτε ήθελα να παραιτηθώ, εκτός πια κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Ήθελα να γευτώ μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή, να ανοίξω ένα φαρδύ διάδρομο ανάμεσα στα στάχυα της με το δρεπάνι μου, να τη στριμώξω σε μια γωνιά, να τη ρίξω όσο πιο χαμηλά γίνεται και, αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να καταγράψω όλη αυτή την αυθεντική ευτέλεια και να τη δείξω στον κόσμο· ή, αν ήταν θεσπέσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι, έτσι ώστε στο επόμενο ταξίδι μου να είμαι σε θέση να δώσω μια πιστή περιγραφή της.

 Έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας φύσης – να τσαλαβουτήσουμε κάποιες φορές σε βάλτους όπου παραμονεύει ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούσουμε το βροντερό κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας· να μυρίσουμε το σπαθόχορτο που θροΐζει στον άνεμο, στα μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους, εκεί όπου το κουνάβι σέρνεται με την κοιλιά στο έδαφος. Ενώ επιθυμούμε με όλη μας την ψυχή να εξερευνήσουμε και να μάθουμε τα πάντα, την ίδια στιγμή απαιτούμε να μείνουν τα πάντα μυστηριώδη και ανεξερεύνητα, να είναι απείρως άγριες η στεριά και η θάλασσα, αχαρτογράφητες και ακατανόητες και οι δυο τους, αφού δεν είναι σε θέση ο άνθρωπος να τις εξιχνιάσει. Τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας.

Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου την 4η Ιουλίου, μόλις τέλειωσε η τοποθέτηση των σανιδιών και της σκεπής. Είχα ενώσει τα σανίδια πολύ προσεκτικά μεταξύ τους, έτσι που το οικοδόμημα να είναι απόλυτα αδιαπέραστο από τη βροχή. Πριν όμως τα βάλω, ξεκίνησα να χτίζω την καμινάδα, την οποία θα τελείωνα μετά το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν αρχίσει να κρυώνει ο καιρός τόσο ώστε να είναι απαραίτητη η φωτιά για ζεστασιά. Ως τότε μαγείρευα έξω, στο έδαφος, νωρίς το πρωί. Aυτός ο τρόπος μαγειρέματος εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο σωστός και ευχάριστος από τον συνηθισμένο. Αν τυχόν κι έπιανε βροχή πριν τελειώσω το ψήσιμο του ψωμιού μου, έφτιαχνα ένα πρόχειρο σκέπαστρο από σανίδια πάνω από τη φωτιά και καθόμουν από κάτω, να παρακολουθώ το καρβέλι μου να ψήνεται.

Θα μπορούσα να πω ότι άρχισα να κατοικώ στ’ αλήθεια στο σπίτι μου από τη στιγμή που ξεκίνησα να το χρησιμοποιώ όχι μόνο για καταφύγιο, αλλά και για τη ζεστασιά που πρόσφερε. Είχα ένα ζευγάρι σιδερένια στηρίγματα για τα ξύλα στο τζάκι και με ευχαριστούσε να βλέπω την καπνιά να μαζεύεται στο πίσω μέρος της καμινάδας που είχα χτίσει. Σκάλιζα τη φωτιά με δικαιολογημένη ικανοποίηση. Η κατοικία μου ήταν μικρή, δεν έφτανε ούτε για να φιλοξενήσει έναν αντίλαλο, όμως στα μάτια μου φάνταζε μεγάλη, μια και αποτελούνταν από ένα και μοναδικό δωμάτιο και βρισκόταν μακριά από τους πλησιέστερους γείτονες. Όλα τα καλά που διαθέτει ένα σπίτι βρίσκονταν συγκεντρωμένα στο ένα εκείνο δωμάτιο: κουζίνα, κάμαρα, σάλα και καθιστικό μαζί. Κι έτσι απολάμβανα μαζεμένα όλα όσα χαίρεται ο γονιός, το παιδί, ο αφέντης και ο υπηρέτης, όλοι δηλαδή όσοι ζούνε σ’ ένα σπίτι.

Oι ημέρες μου δεν ήταν οι ημέρες της εβδομάδας, δεν έπαιρναν το όνομά τους από παγανιστικές θεότητες, δεν ψιλοκόβονταν σε ώρες, ούτε τις ροκάνιζαν οι χτύποι του ρολογιού. Γιατί ζούσα όπως οι Ινδιάνοι Πούρι, για τους οποίους λένε ότι «για το χθες, το σήμερα και το αύριο δεν έχουν παρά μόνο μία λέξη και τη διαφορά στο νόημα την εκφράζουν δείχνοντας πίσω για το χθες, μπροστά για το αύριο και προς τα πάνω για το σήμερα». Δεν αμφιβάλλω ότι για τους συχωριανούς μου δεν ήμουν παρά ένας αργόσχολος· αν όμως με είχαν κρίνει τα πουλιά και τα λουλούδια με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δε θα με είχαν βρει κατώτερό τους. Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά τα ενδιαφέροντά του μέσα του. Η ημέρα από τη φύση της είναι πολύ ήρεμη και δεν πρόκειται να τον κακολογήσει για την οκνηρία του. Αυτός ο τρόπος ζωής είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις ζωές όσων ήταν υποχρεωμένοι να ψάχνουν αλλού για ψυχαγωγία, στις παρέες και στα θέατρα: η ίδια η ζωή μου είχε γίνει η ψυχαγωγία μου και ποτέ δεν έπαυε να μου χαρίζει κι από κάτι καινούργιο. Ήταν ένα θεατρικό έργο με πολλές πράξεις και χωρίς τέλος. Αν ζούσαμε πάντοτε πραγματικά και αν ρυθμίζαμε τις ζωές μας σύμφωνα με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε μάθει, ποτέ δε θα υποφέραμε από ανία. Αν ακολουθείς το πνεύμα σου προσεκτικά, δε θα πάψει να σου δείχνει κι από μια νέα προοπτική κάθε ώρα που περνά.

Πέρασα πολλά καλοκαιριάτικα πρωινά, όταν ήμουν πιο νέος, με τη βάρκα μου ακυβέρνητη, να πλέει κατά πώς ήθελε ο Ζέφυρος, έχοντας κωπηλατήσει ως τη μέση της λίμνης, ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στα καθίσματα, ονειροπολώντας, ώσπου με ξυπνούσε το τράνταγμα της βάρκας που άγγιζε την άμμο και σηκωνόμουν για να δω σε ποια όχθη με είχε ρίξει η μοίρα.

Εκείνες τις μέρες η αργία ήταν για μένα η πιο ελκυστική και παραγωγική μορφή εργασίας. Πολλά ήταν τα πρωινά που εξαφανιζόμουν, προτιμώντας να περνώ με τον τρόπο αυτό τις πιο πολύτιμες ώρες της ημέρας. Ήμουν πλούσιος τότε, όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα. Και δε μετανιώνω που δε σπατάλησα περισσότερο καιρό στο εργαστήρι ή στην έδρα του δασκάλου. Όμως από τότε που έφυγα μακριά από τις όχθες αυτές, οι ξυλοκόποι ενέτειναν το καταστροφικό τους έργο κι έτσι για πολλά χρόνια δε θα μπορώ πλέον να περιπλανιέμαι μέσα στα πυκνά δάση που υπήρχαν κάποτε εδώ, σταματώντας πού και πού στα λιγοστά ξέφωτα από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις την επιφάνεια της λίμνης. Η Μούσα μου δικαιολογείται να σωπαίνει από εδώ και πέρα. Πώς να περιμένεις από τα πουλιά να τραγουδήσουν όταν έχουν χαθεί τα περιβόλια τους;" - Henry David Thoreau- 

Πηγές: Wikipedia, Andro, Henry D. Thoreau "Walden"